Πόσο πρέπει να αυξηθεί το βάρος στην εγκυμοσύνη.

Υπάρχει ισχυρή συσχέτιση του βάρους που αποκτά η μητέρα στο τελικό βάρος που γεννιέται το παιδί. Είναι γνωστό ότι το βάρος του νεογνού συνδέεται, με τη σειρά του, με τη νοσηρότητα και τη θνητότητα του ίδιου του νεογνού. Για παράδειγμα τα νεογνά που έχουν χαμηλό βάρος γέννησης μπορεί να επηρεαστεί η υγεία τους ακόμα και στο μέλλον με την ανάπτυξη διαβήτη, υπέρτασης και καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Εδώ και πολλές δεκαετίες υπάρχει έντονη συζήτηση, για το πόσα κιλά θα πρέπει να πάρει η εγκυμονούσα, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Μέχρι το 1970 υπήρχε η οδηγία όλες οι εγκυμονούσες να περιορίσουν την κατανάλωση των θερμίδων, διότι πίστευαν ότι το αυξημένο βάρος οδηγούσε στη πιθανότητα ανάπτυξης της προεκλαμψίας, μιας επικίνδυνης επιπλοκής της εγκυμοσύνης. Το 1930 η αύξηση του βάρους δεν θα έπρεπε να ξεπερνά τα 6,8 κιλά. Όταν έγιναν κάποιες μελέτες διαπιστώθηκε ότι αυτή η τακτική οδηγούσε χαμηλά βάρη γέννησης αύξηση των καισαρικών και νευρολογικά προβλήματα στα νεογνά. Στα τέλη του 1970 υπήρχε η τάση να προτείνεται αύξηση του βάρους στη μητέρα κατά 9-11 κιλά.

Το 1980 διαπιστώθηκε από στατιστικές αναλύσεις ότι εκτός από την αύξηση του βάρους της μητέρας, το βάρος του παιδιού επηρεάζεται και από άλλες παραμέτρους, όπως η εθνικότητα, το επίπεδο διαβίωσης, το μορφωτικό επίπεδο, η εργασία, το επίπεδο της φυσικής δραστηριότητας και το κάπνισμα. Τα δεδομένα αυτά κάνουν ακόμα πιο πολύπλοκο το ζήτημα του βάρους, αφού θα πρέπει να εξατομικεύσουμε τη κάθε περίπτωση για να δώσουμε την κατάλληλη οδηγία. Σε αυτό το θέμα απαιτούνται περισσότερες έρευνες σε διαφορετικές υπό-ομάδες γυναικών.

Το βάρος της μητέρας αυξάνεται φυσιολογικά λόγω των βιολογικών αλλαγών που συμβαίνουν στο σώμα της. Πιο αναλυτικά το βάρος αυξάνεται από:

  • Το έμβρυο 3,2-3,6 κιλά
  • Το λίπος 2,7-3,6 κιλά
  • Αύξηση του όγκου του αίματος 1,3-1,8 κιλά
  • Αύξηση των υγρών του σώματος 0,9-1,3 κιλά
  • Αμνιακό υγρό 0,9 κιλά
  • Αύξηση του μεγέθους του στήθους 0,9-1,3 κιλά
  • Υπερτροφία της μήτρας 0,9 κιλά
  • Πλακούντας 0,7 κιλά

Εάν δεν υπάρχει παθολογικό οίδημα, όπως στην προεκλαμψία, οποιαδήποτε επιπρόσθετη αύξηση του σωματικού βάρους οφείλεται στη συσσώρευση λίπους από τη αυξημένη διατροφική πρόσληψη θερμίδων από την εγκυμονούσα. Υπάρχουν επίσης και πολλοί άλλοι βιολογικοί και γονιδιακοί παράγοντες που επηρεάζουν τη συσσώρευση και την διατήρηση του λίπους κατά την εγκυμοσύνη και μετά τον τοκετό. Για παράδειγμα η προγεστερόνη συμμετέχει στη ρύθμιση του λίπους στο πρώτο και δεύτερο τρίμηνο και η λεπτίνη φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην απώλεια του βάρους μετά τον τοκετό.

Οι γυναίκες που έχουν σημαντική αύξηση του βάρους μετά την πρώτη γέννα, το βάρος αυτό τείνει να γίνεται μόνιμο κάτι που έχει άμεση συσχέτιση με την εθνικότητα και τη φυλή. Οι Αφρό-Αμερικάνες παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερη αύξηση του σωματικού βάρους από ότι οι Καυκάσιες, ενώ οι Λατίνες έχουν τη μικρότερη επιβάρυνση.

Το 2009 το Institute of Medicine (IOM) έθεσε σαν στόχο το βάρος των νεογνών να κυμαίνεται από 3 έως 4 κιλά, ώστε να παρουσιάζουν καλύτερη υγεία. Με αυτή τη προοπτική εξέδωσε τις παρακάτω οδηγίες για την απαιτούμενη αύξηση του σωματικού βάρους στις εγκυμονούσες:

Για μονή κύηση:

ΒΜΙ <18,5 (πολύ αδύνατες) αύξηση βάρους 12,5-18 κιλά

ΒΜΙ 18,5-24,9 (κανονικό βάρος) αύξηση βάρους 11,5-16 κιλά

ΒΜΙ 25-29,9 (υπέρβαρες) αύξηση βάρους 7-11,5 κιλά

ΒΜΙ >30 (παχύσαρκες) αύξηση βάρους 5-9 κιλά

Για δίδυμη κύηση:

ΒΜΙ <18,5 (πολύ αδύνατες) αύξηση βάρους δεν προτείνεται πόσο, λόγω έλλειψης ερευνητικών δεδομένων, σίγουρα όμως περισσότερο από τις παρακάτω κατηγορίες.

ΒΜΙ 18,5-24,9 (κανονικό βάρος) αύξηση βάρους 16,8-24,5 κιλά

ΒΜΙ 25-29,9 (υπέρβαρες) αύξηση βάρους 14,1-22,7 κιλά

ΒΜΙ >30 (παχύσαρκες) αύξηση βάρους 11,4-19,1 κιλά

Για τις αδύνατες και τις κανονικές γυναίκες οι παραπάνω οδηγίες μεταφράζονται σε αύξηση κατά 0,4 κιλά την εβδομάδα στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης. Για τις υπέρβαρες και τις παχύσαρκες η αύξηση θα πρέπει να έχει ρυθμό 0,2 κιλά την εβδομάδα στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο.

Εάν η αύξηση του σωματικού βάρους είναι λιγότερο από 0,2 κιλά την εβδομάδα, ή, περισσότερο από 0,7 κιλά την εβδομάδα, το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης, οι γιατροί θα πρέπει να εξετάζουν τις διατροφικές συνήθειες της γυναίκας και να την συμβουλεύουν ανάλογα. Μπορεί όμως να υπάρχουν και άλλοι λόγοι πέραν της διατροφής που πρέπει να διερευνούνται. Το κάπνισμα ενοχοποιείται για την μικρή αύξηση του βάρους, ενώ η μεγάλη αύξηση του βάρους μπορεί να οφείλεται σε οίδημα και προεκλαμψία.

Οι παχύσαρκες γυναίκες (ΒΜΙ >35) παρουσιάζουν επιπλοκές στην εγκυμοσύνη και στον τοκετό, εξαιτίας της παχυσαρκίας τους. Συζητιέται, λοιπόν, το ενδεχόμενο οι συγκεκριμένες γυναίκες να μειώσουν το βάρος τους κατά την εγκυμοσύνη, αντί να το αυξήσουν. Η μείωση του σωματικού βάρους, όμως μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του βάρους του νεογνού κάτι που δεν είναι επιθυμητό. Πάντως τα δεδομένα που προκύπτουν από τις μελέτες είναι ότι μια μείωση της τάξης των 5 κιλών στο σωματικό βάρος της μητέρας έχει περισσότερα οφέλη, από ότι μειονεκτήματα. Χρειάζονται να γίνουν περισσότερες έρευνες σε αυτό τον τομέα.

Το ποσοστό που πιάνει τους παραπάνω στόχους υπολογίζεται στο 60%, ενώ ένα 40% έχει μια παχύσαρκη εγκυμοσύνη. Η τάση είναι να αυξάνεται το ποσοστό της αποτυχίας, παρά την καλύτερη ενημέρωση. Ιδιαίτερα το 40% των κανονικού βάρους γυναικών και το 60% των παχύσαρκων έχουν μια πολύ μεγάλη αύξηση του βάρους τους.  Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γίνει καλύτερη δουλειά από μεριάς των γιατρών στο τομέα αυτό και ίσως θα έπρεπε να γίνεται μια ομαδική προσέγγιση και με τη συμμετοχή Ειδικών ιατρών της Παχυσαρκίας.

Αφήστε Σχόλιο